Η βιομηχανική και εμπορική δραστηριότητα στο Νομό είναι ιδιαίτερα έντονη και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πηγές εισοδήματος.
Η δραστηριότητα αυτή χαρακτηρίζεται από την εξαγωγική της κατεύθυνση και για το λόγο αυτό ο Νομός αποτελεί ένα από τα κυριότερα εξαγωγικά κέντρα της χώρας, ιδιαίτερα στον τομέα των νωπών φρούτων και των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών, αλλά και της κλωστοϋφαντουργίας.
Στην περιοχή μας γίνεται επεξεργασία προϊόντων που παράγονται και σε άλλους Νομούς (π.χ. βερίκοκα, πορτοκάλια, λεμόνια κ.ά.). Αποτέλεσμα αυτής της εξαγωγικής κατεύθυνσης είναι και το θετικό ισοζύγιο του Νομού στις εισαγωγές-εξαγωγές, που οφείλεται ακριβώς στην τεράστια διακίνηση οπωροκηπευτικών και μεταποιημένων προϊόντων.
Οι επιχειρήσεις του Νομού θεωρούνται μικρομεσαίες. Διακρίνονται σε μονάδες συσκευασίας γεωργικών προϊόντων, κτηνοτροφικές, μεταποιητικές (κονσερβοποιεία, εκκοκκιστήρια, οινοποιεία, κλωστοϋφαντουργίες, επεξεργασίας μαρμάρου κλπ).
Υπάρχουν ακόμη και άλλες μονάδες, όπως το εργοστάσιο ζάχαρης της Ε.Β.Ζ στο Πλατύ, η βιομηχανία ζωοτροφών της ΕΛΒΙΖ, το εργοστάσιο γάλακτος της ΝΕΣΤΛΕ, οι μονάδες αποθήκευσης και ξήρανσης δημητριακών της ΚΥΔΕΠ και άλλα.
Γενικά η βιομηχανία και βιοτεχνία έχει ικανοποιητική παρουσία και σχετίζεται άμεσα με τις πρώτες ύλες και την παράδοση. Όμως οι μονάδες είναι ανεξέλεγκτα χωροθετημένες, χωρίς προδιαγραφές και ποιότητα μεταποιημένου προϊόντος και πολλές φορές προκαλούν τεράστια ρύπανση στην περιοχή εγκατάστασής τους, το οποίο είναι και το μέγιστο πρόβλημα του νομού.
Στη Νάουσα υπήρξε συγκέντρωση παραδοσιακών βιομηχανιών επεξεργασίας νημάτων. Η παραδοσιακή κλειστή υποδομή τους, ο μη εκσυγχρονισμός τους και η μετανάστευση κεφαλαίων οδήγησε την πόλη σε μαρασμό. Ήδη η περιοχή της Νάουσας έχει ενταχθεί στις φθίνουσες βιομηχανικά περιοχές.
Η μεγάλη ανάπτυξη του πρωτογενή τομέα και η σημαντική παρουσία του δευτερογενή καθόρισαν το εμπόριο της περιοχής και ειδικότερα το εξαγωγικό. Η αγορά προσδιορίζεται στα αστικά κέντρα και αφορά το σύνολο των αγαθών και εξυπηρετήσεων.
Όσον αφορά το είδος των εμπορικών επιχειρήσεων υπάρχουν καταστήματα λιανικής και χονδρικής πώλησης, επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, εξαγωγικές εταιρίες-κυρίως αγροτικών προϊόντων αλλά και μεγάλες συνεταιριστικές μονάδες που δραστηριοποιούνται στους τομείς της επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων, της οινοποιίας, σφαγής ζώων και επεξεργασίας κρέατος κ.ά.
Σημαντικό τμήμα των αγροτικών εισοδημάτων στο νομό βασίζεται στο εξαγωγικό εμπόριο των οπωροκηπευτικών νωπών και κατεργασμένων.
Η εποχιακή του λειτουργία, η άναρχη και ανεύθυνη οργάνωσή του, υπήρξαν από τις βασικές αιτίες που επέτρεψαν την απώλεια των αγορών του εξωτερικού.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα του εξαγωγικού εμπορίου παραμένει η έλλειψη του οικονομικότερου και συντομότερου δρόμου διακίνησης των προϊόντων προς τις αγορές της Ευρώπης, μετά την εν τοις πράγμασι κατάργηση των δρομολογίων μέσω Γιουγκοσλαβίας για λόγους ασφάλειας.
Σήμερα ακολουθούνται παρακάμψεις μέσω Βουλγαρίας ή Ηγουμενίτσας-Ιταλίας. Η αύξηση του συνολικού μήκους διαδρομής επιβαρύνει το κόστος μεταφοράς, δημιουργεί προβλήματα ποιότητας στα νωπά και τα προϊόντα καταλήγουν λιγότερο ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές.
Άλλα προβλήματα είναι :
-Η έλλειψη σύγχρονου εμπορευματικού σταθμού, που θεσπίσθηκε μεν αλλά δεν κινήθηκαν ακόμη οι διαδικασίες υλοποίησής του
-Η μη θεσμοθέτηση Βιομηχανικής Ζώνης στο Νομό, με την υποδομή της και με ό,τι αυτό συνεπάγεται ( άναρχη τοποθέτηση των βιομηχανιών, έλλειψη βασικής υποδομής για τα απόβλητα των μονάδων κλπ)
-Η έλλειψη υπηρεσιών παροχής συμβουλών σε θέματα βιομηχανικής διοίκησης, έρευνας αγοράς, εξαγωγών κλπ.










